Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων δικηγόρων απασχολούμαστε ως «συνεργάτες» σε κάποιο δικηγορικό γραφείο ή εταιρεία.
Ωστόσο, ο απαρχαιωμένος Κώδικας Δικηγόρων δε ρυθμίζει τη σχέση έμμισθης συνεργασίας, με αποτέλεσμα να έχει αφεθεί ελεύθερο το πεδίο στα δικηγορικά γραφεία για να διαμορφώσουν «στην πράξη» όρους υπερεκμετάλλευσης των νέων δικηγόρων (εξαντλητικά ωράρια, πενιχρές αμοιβές,κ.α.), απαξιώνοντας ταυτόχρονα την επιστημονική τους υπόσταση και την ιδιότητά τους ως δημοσίων λειτουργών.
Κρίνουμε λοιπόν επιβεβλημένη την ειδική ρύθμιση της έμμισθης συνεργασίας από τον Κώδικα Δικηγόρων, προκειμένου να διασφαλιστεί καταρχήν ένα αξιοπρεπές κατώτατο όριο αμοιβής για τον έμμισθο συνεργάτη, σε συνάρτηση με το έργο που παράγει ή τις ώρες που αναλώνει, καθώς επίσης να θεσπιστεί υποχρέωση γνωστοποίησης στο ΔΣΑ της εκάστοτε συναπτόμενης σύμβασης έμμισθης συνεργασίας.
Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση της σχέσης έμμισθης συνεργασίας δεν πρέπει να οδηγήσει στη θεσμοποίηση της υπαλληλοποίησης των νέων συναδέλφων. Αντιθέτως, πρέπει να προασπίσουμε τον ανεξάρτητο, λειτουργηματικό χαρακτήρα και την επιστημονική υπόσταση των νέων δικηγόρων, διασφαλίζοντας λ.χ. το δικαίωμα του νέου δικηγόρου να υπογράφει τα δικόγραφα που συντάσσει, την υποχρέωση ανάθεσης σε αυτόν αμιγώς νομικών εργασιών, το δικαίωμα διατήρησης ιδίας πελατείας, κ.α.
Τα δικαιώματα αυτά δεν εξυπακούονται στην περίπτωση σχέσης εξαρτημένης εργασίας, και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε αβασάνιστα τον όρο «μισθωτός» όταν διεκδικούμε τη ρύθμιση των όρων εργασίας του έμμισθου συνεργάτη.
ΜΠΡΑΒΟ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙ ΚΑΤΕΡΙΝΑ!!!!
ontws polles fores den milame gia emistho synergath.. alla gia ypallhlopoihmeno dikhgoro… mhpws yparxei dynatotha kati san …syllogikh symbash?
Η δυνατότητα ύπαρξης μιας συλλογικής σύμβασης για τους δικηγόρους έχει γίνει πολλές φορές αντικείμενο συζήτησης στο παρελθόν. Αυτόματα τίθεται το ερώτημα, ποια θα είναι τα μέρη που θα κληθούν να υπογράψουν αυτή τη συλλογική σύμβαση; Οι δικηγόροι μπορούν να ιδρύσουν συνδικαλιστική οργάνωση; Έχουν γίνει απόπειρες στο παρελθόν, αλλά οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στην εκουσία διαδικασία απορρίφθηκαν. Αντίστοιχα τίθεται το ζήτημα και για την εργοδοτική πλευρά. Ποιός θα εκπροσωπήσει τους εργοδότες δικηγόρους; (λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι όλοι οι δικηγόροι είναι μέλη του ίδιου συλλόγου)
Γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά ότι η πραγματικότητα άσκησης της δικηγορίας έχει αλλάξει ριζικά σε σύγκριση με παλαιότερα χρόνια και τείνει προς μια de facto “υπαλληλοποίηση”, η τάση δε αυτή αναμένεται να ενισχυθεί κι άλλο μετά την ενσωμάτωση της οδηγίας για τις υπηρεσίες τον Οκτώβριο του 2009. Νομίζω όμως ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο για τη συλλογική διαπραγμάτευση γενικά δε μπορεί να καλύψει την ανάγκη ρύθμισης στο χώρο των δικηγόρων (εδώ είμαστε βέβαια για να το συζητήσουμε πιο διεξοδικά). Το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτόνομη συλλογική ρύθμιση στο χώρο των δικηγόρων πρέπει να εξεταστεί πιο προσεκτικά. Γι’ αυτό το λόγο ανοίγουμε τη συζήτηση, για να προκύψουν οι καλύτερες δυνατές ιδέες!
Νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε μία προσέγγιση του θέματος με βάση τον κώδικα δικηγόρων ο οποίος ας μην ξεχνάμε είναι το θεσμικό νομοθέτημα για τους δικηγόρους
μία πρόβλεψη για σχέση ανεξαρτήτων υπηρεσιών νομίζω ότι είναι φανερά ποιό κοντά στην πραγματικότητα ( π.χ. αυτή που έχουν οι γιατροί με το ΙΚΑ )
Μπορεί επίσης εκεί να θεσπίζεται ένα μέρος από παράπλευρες προβλέψεις (π.χ. ύψος μισθού, ασφάλιση και όχι μόνο) και να προβλέπονται διαφόρων ειδών συνεργασίες (οι οποίες θα έχουν όμως καταγραφεί στην αρχή της συνεργασίας) έτσι δεν θα περιμένει καθημερινά την κρίση του ” αφεντικού” ο συνεργαζόμενος προκειμένου να ” υπάρξει”.
Ας μην ξεχνάμε ότι δεν είναι μόνο υπάλληλος ο συνεργάτης άλλα πολλές φορές μοιράζεται και από την πίτα του γραφείου σε ποσόστωση άλλα και σε ακροατήρια.
Καλό λοιπόν θα ήταν να μην προδιαγράφουμε τη μοίρα μας προεξοφλώντας την υπαλληλοποίηση μας τη στιγμή που η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι ένα νομικό εργαλείο πού μπορεί να δώσει τις ίδιες εγγυήσεις με την εξαρτημένων υπηρεσιών, άλλα παράλληλα αφήνει τον νέο ή συνεργάτη επιστήμονα έξω από λογικές υπαλληλοποίησης , του δίνει μάλιστα και μία σχέτική αυτονομία όσον αφορά το χρόνο και προσωπικές του υποθέσεις